αγοραπωλησία

Η πράξη της αγοράς και της πώλησης. Υπάρχουν πολλών ειδών α., αλλά οι πιο αντιπροσωπευτικές του όρου είναι εκείνες που γίνονται στα χρηματιστήρια. Οι κυριότερες είναι: η α. με προθεσμία, η α. επί δώρω, η α. τοις μετρητοίς και η α. σταθερά. Η πρώτη αφορά την πώληση αξιών ή εμπορευμάτων, που πληρώνονται και παραδίδονται όταν λήξει μια προθεσμία. Η δεύτερη είναι α. η οποία μπορεί να ακυρωθεί, αν οι συμβαλλόμενοι καταβάλουν κάποιο καθορισμένο ποσό. Στην τρίτη η πληρωμή γίνεται αυθημερόν και στην τέταρτη o αγοραστής έχει το δικαίωμα να ζητήσει την άμεση παράδοση των αξιών ή των εμπορευμάτων. Λέγεται και αγοροπωλησία. Στο διεθνές δίκαιο, α. λέγεται η μεταβίβαση εδαφών από το ένα κράτος στο άλλο, με συνθήκη που την επικυρώνει η νομοθετική εξουσία και των δύο μερών. Με τον τρόπο αυτόν, οι ΗΠΑ αγόρασαν τη Λουιζιάνα από τη Γαλλία (1803), την Αλάσκα από τη Ρωσία (1867) και τις Μικρές Αντίλλες από τη Δανία (1917). Ο όρος α. ναυτική αναφέρεται στην πώληση εμπορευμάτων που αποστέλλονται στον αγοραστή με πλοίο. Η α. αυτή μπορεί να γίνει τσιφ (CIF, αρχικά των αγγλικών λέξεων cost = κόστος, insurance = ασφάλεια και freight = ναύλος), δηλαδή ο αγοραστής, εκτός από το τίμημα του εμπορεύματος, πληρώνει και όλα τα έξοδα έως ότου να φτάσει στον προορισμό του. Μπορεί όμως να γίνει και φομπ (FOB, αρχικά των αγγλικών λέξεων free on board = ελεύθερο στο κατάστρωμα), δηλαδή ο αγοραστής πληρώνει, εκτός από το τίμημα του εμπορεύματος, και όλα τα έξοδα έως ότου αυτό φορτωθεί στο πλοίο που ο ίδιος έχει υποδείξει. Μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο επικράτησε και ο όρος α. κατοχής, με τον οποίο εννοούνται οι α. ακινήτων που έγιναν στο διάστημα από της 27ης Απριλίου 1941 έως τις 14 Οκτωβρίου 1944. Στο διάστημα αυτό, πωλήθηκαν σε εξευτελιστική τιμή περίπου 305.000 ακίνητα. Συντακτική πράξη του 1946 και αναγκαστικός νόμος του 1949 ρύθμισαν το θέμα με τη δικαστική οδό. Η α. μπορούσε να ακυρωθεί με την τμηματική επιστροφή του τιμήματος από τον πωλητή ή να επικυρωθεί με την τμηματική επίσης καταβολή συμπληρωματικού τιμήματος από τον αγοραστή. Σχετικά έχουν άλλωστε εκδοθεί πολλοί ειδικοί νόμοι και διατάγματα.
* * *
η [αγοραπωλητής]
αγορά και πώληση εμπορευμάτων, εμπορικές δοσοληψίες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγοραπωλησία — αγοραπωλησία, η και αγοροπωλησία, η η αγορά και το πούλημα εμπορευμάτων, αξιών ή ακινήτων: Οι αγοραπωλησίες ακινήτων γίνονται πάντα με συμβολαιογράφο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

  • πράξη — η / πράξις, εως, ΝΜΑ, ιων. τ. πρῆξις, ήξιος, Α [πράττω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πράττω, η επιτέλεση έργου και το επιτελούμενο έργο (α. «η πράξη τού αποτρόπαιου φόνου» β. «μιᾱς δὲ μόνον μνησθήσομαι πράξεως», Ισοκρ.) 2. το επιτελούμενο… …   Dictionary of Greek

  • υπερθεματισμός — ο 1. η προσφορά ανώτερης τιμής σε πλειστηριασμό, η υπερθεμάτιση, η πλειοδοσία. 2. (νομ.), έγγραφο σε αγοραπωλησία, με το οποίο όσοι συμβάλλονται επιφυλάσσονται να θεωρήσουν την αγοραπωλησία άκυρη, εάν κάποιος τρίτος προσφέρει ανώτερη τιμή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγορά — I Η λέξη προέρχεται από το ρήμα αγείρω (συναθροίζω) και αρχικά σήμαινε τη συνάθροιση, αργότερα τον τόπο όπου συναθροίζονταν οι πολίτες του αρχαίου ελληνικού άστεως για να πληροφορηθούν ή να συζητήσουν τα δημόσια πράγματα και τις ιδιωτικές τους… …   Dictionary of Greek

  • αγοραπωλητής — ο αυτός που αγοράζει και πουλά κάτι συγχρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγορά + πωλητής. ΠΑΡ. αγοραπωλησία, αγοραπωλητικός] …   Dictionary of Greek

  • αγοραπωλητικός — ή, ό [αγοραπωλητής] 1. αυτός που αναφέρεται στην αγοραπωλησία 2. αυτός που ασχολείται με αγοραπωλησίες …   Dictionary of Greek

  • αγοροπωλησία — η η αγοραπωλησία*. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ο αντί τού α στη συλλαβή ρο , γιατί, κατά τον Γ. Χατζιδάκι, το ο θεωρείται ως «το κατ εξοχήν συνδετικόν φωνήεν» στη σύνθεση] …   Dictionary of Greek

  • ακατακύρωτος — η, ο [κατακυρώνω] 1. αυτός που δεν έχει επικυρωθεί με επίσημη πράξη «ακατακύρωτη αγοραπωλησία» 2. που δεν έχει επιδικαστεί οριστικά «ακατακύρωτος πλειστηριασμός» …   Dictionary of Greek

  • αλευροπάζαρο — το τόπος όπου γίνεται αγοραπωλησία αλεύρων, αλευραγορά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεύρι + παζάρι] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.